Δύο μήνες χωρίς άρθρο και μετά περιμένω να γίνω blogger!
Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα όσο με έλκει τόσο με απωθεί κι έτσι για ένα διάστημα βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, θα μου πεις τώρα: μα καλά από εκεί δεν μπορούσες να ποστάρεις; μπορούσα, αλλά από την άλλη δεν μου έβγαινε κάτι ιδιαίτερο, η Νέα Υόρκη κάθε φορά με συνεπαίρνει.
Σε λίγο θα ξαναβρεθώ εκεί και ίσως να με πιάσει διάθεση για ποσταρίσματα.
Το παρακάτω κλιπάκι αφιερωμένο εξαιρετικά στους δύο καλούς φίλους του υπολειτουργούντως αυτού Blog, τον Τσαλαπετεινό και την Krotkaya και φυσικά σε όσους κάνουν ένα πέρασμα από εδώ.
Ένας φίλος μου λέει ότι είμαι ή του ύψους ή του βάθους. Έτσι είναι, άνοιξα το μπλογκ, πλακώθηκα στα ποσταρίσματα και μετά μούγκα. Τι να γράψω για τούτον τον μήνα, δεν ξέρω, ξεκίνησα να πάω στη Σκωτία, την οποία φυσικά και επισκέφτηκα και στη συνέχεια αντί να γυρίσω πίσω στην Αθήνα, έφυγα για την Νέα Υόρκη κι από εκεί για λίγες ημέρες στην Κορσική όπου με φιλοξένησε φίλος που πρόσφατα εγκατέλειψε το Παρίσι και αγόρασε ένα πέτρινο σπίτι σε μια πλαγιά με θέα τη θάλασσα ώστε να παίζει τζαζ για αυτόν και τους φίλους του, χωρίς να τον ενοχλεί κανένας. Το πήγαινα λοιπόν γυρεύοντας να κολήσω την γρίπη των χοίρων, αλλά παρά τις φιλότιμες προσπάθειές μου, τελικά υγιής έφυγα, πιο υγιής γύρισα, για να φτάσω τελικά στην Αθήνα πριν από λίγες ημέρες και να στραμπουλίξω άσχημα το πόδι μου σε ένα πεζοδρόμιο και να βρεθώ στον γύψο για λίγες ημέρες!
Όπως έχω γράψει όλα είναι jazz τελικά σε αυτή τη ζωή κι εγώ που έχω μια ροπή σε κάθετι τζαζίστικο, ξεκινώ ξανά το μπλόγκινγκ (αυτό κι αν είναι μαζοχισμός) με την μπάντα του Σλοβάκου David Kollar, τον οποίο απολαύσαμε φέτος στην Τεχνόπολη στο Γκάζι.
Άντε ξανά μανά στα ποσταρίσματα!
Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από εκείνες τις μικρές παρασπονδίες, τις αθώες καθημερινές πονηράδες που κάνουν τη μέρα και κυρίως τη νύχτα σου απολαυστικά γοητευτική.
Χτες το βράδυ, αφού έδιωξα τα γυναικόπαιδα στα Βόρεια κλίματα, αποφάσισα ότι καιρός είναι να μαζευτούμε δυό τρεις ξέμπαρκοι και να πάμε τελικά για ποτάκι που τόσο καιρό το λέμε και τελικά δε το κάνουμε. Η Αθήνα είναι όμορφη τα καλοκαιρινά βράδια, γιατί η Αθήνα ούτως ή άλλως είναι όμορφη τα βράδια, αφού στην περίπτωση της ισχύει αυτό που λένε, λυχνίας σβησθείσης πάσα γυνή ομοία. Πήγαμε λοιπόν σε ένα μπαράκι από εκείνα που συχνάζουν νέοι, γέροι και παιδιά, εμείς είμαστε κάπου στη μέση ηλικιακά, από εκείνα στα οποία οι σερβιτόροι και οι σερβιτόρες είναι όμορφα, ημιαπασχολούμενα παιδιά της γενιάς του χαρτζιλικού, ένα από εκείνα τα μπαράκια που για να τραβήξεις λίγο την καρέκλα σου και να απλωθείς ή να πας προς νερού σου θα πρέπει να ζητήσεις είκοσι συγνώμη από τους διπλανούς σου, αν φυσικά έχεις την τσίπα, από εκείνα στα οποία δίπλα τους υπάρχει ένας ξέχειλος κάδος με σκουπίδια και συνήθως βρίσκονται στα ισόγεια πολυκατοικιών, δίπλα σε μοτοσυκλέτες, αυτοκίνητα και κυρίως τζιπ, από εκείνα που καθώς πίνεις το ποτό σου και σηκώνεις το κεφάλι βλέπεις το φεγγάρι να σου κλείνει το μάτι, από εκείνα που λίγο πιο δίπλα τους ανθίζει μια γαζία ή ένα γιασεμί…
Σε ένα τέτοιο μπαράκι βρεθήκαμε χτες και λέγαμε ένα σωρό αρλούμπες, χαζογελάγαμε, κουτσομπολεύαμε, προσπαθούσαμε με ένα σωρό αμήχανες κουβέντες να καταναλώσουμε το χρόνο που χάνεται αστραπιαία και φεύγει ερήμην μας, χωρίς να προλαβαίνουμε να δώσουμε μια ευκαιρία στο βλέμμα μας να απολαύσει το φεγγάρι και τον κόσμο που περνάει βιαστικά από δίπλα μας. Καθώς λέγαμε κάτι τέτοια πέρασε από μπροστά μας μια αιθαίρια ύπαρξη, από εκείνες που φτιάχτηκαν για να προκαλούν τα μάτια, από εκείνες που η φύση τους έδωσε τόση ομορφιά ώστε να μη χρειάζεται να κάνουν τίποτα άλλο για να προκαλέσουν παρά να σχίσουν τον αέρα μπροστά σου στέλνοντας κύματα ηλεκτρικών κενώσεων στην σπονδυλική σου στήλη. Τα μάτια όλων μας έπεσαν πάνω της σαν κάτι να ζητούσε, θα ήταν δεν θα ήταν στα εικοσιπέντε, ήταν απλά στην αρχή κι εμείς στο παραπέντε που λένε και οι Κατσιμιχαίοι, βέβαια το να πλησιάζεις στα πενήντα δεν είναι δα και για θάνατο, μην τρελαθούμε τώρα, αλλά να βλέπεις την αιθαίρια ύπαρξη να περνά από μπροστά σου κι εσύ να στρώνεις το γυαλί στη μύτη και να φτιάχνεις τον γιακά είναι λίγο ξεφτιλίκι ομολογουμένως, όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά απλά γιατί βρε αδερφέ, εσένα θα κοιτάξει το κορίτσι που έχεις σχεδόν τα διπλά της χρόνια; κι όμως τα μάτια της καρφώθηκαν πάνω μου κάποια στιγμή και τότε, άκουσα τη φωνή της γυναίκας μου χιλιόμετρα μακρυά να τραντάζεται στο γέλιο, γιατί ικανό για τέτοια πράγματα δεν με έχει, κι εγώ πάνω που λέω να κάνω την ατασθαλία και να της αποδείξω, έστω και δια αποστάσεως ότι η μπογιά ενός αρσενικού δεν ξεφτίζει ποτέ κι ότι ο άντρας, ο σωστός, ο πρόστιχος κι ο καραμπουζουκλής είναι πάντα ένας εν δυνάμει επιβήτορας, η νεαρά πλησιάζει προς το μέρος μου και καθώς είμαι έτοιμος να σηκωθώ έκπληκτος, λέγοντας από μέσα μου: τώρα σε θέλω κάβουρα, την βουτάει ένας γυμνασμένος νεαρός που καθόταν από πίσω μου και δεν τον είχα πάρει χαμπάρι και της ρίχνει ένα ρουφηχτό γλωσσόφιλο που κουδούνισε ο λαβύρινθός μου, σε συνδυασμό με χουφτοειδές μπαλαμούτι στον μηρό!
Κάθησα στην καρέκλα μου σαν τη βρεγμένη γάτα και τα τρανταχτά γέλια της γυναίκας μου αντηχούσαν ακόμα πιο δυνατά στον ακουστικό μου πόρο, σαν κύμβαλα αλαλάζοντα που λέει και ο ποιητής, έστω κι αν η χριστιανή βρίσκεται χιλιόμετρα μακριά κι αυτή τη στιγμή κακοπερνάει η κακομοίρα στη Βενετία, ακούγοντας στην πλατεία του Αγίου Μάρκου τον Paolo Conte.
Ευτυχώς πάντως ήρθε και η δική μου η ώρα, η πτήση μου αναχωρεί αύριο για τη Σκωτία και σκέφτομαι να την περιμένω στο Εδιμβούργο παίζοντας γκάιντα και φορώντας κιλτ, το γέλιο άλλωστε κάνει καλό και κυρίως το τρανταχτό.
Μετά από όλα αυτά, τι άλλο θα μπορούσα να βάλω τώρα εκτός από το παρακάτω αειθαλές; (σημειωτέον, είναι η πρώτη τους εμφάνιση το 1982).
Σε λίγες ημέρες ξανά στις επάλξεις (τι μαρτύριο κι αυτό το blogging)
Κάθομαι στη βεράντα του σπιτιού μου και μυρίζω το γιασεμί που έχει αναρριχηθεί στα κάγκελα. Σκέφτομαι ότι τέτοια ώρα θα έπρεπε να βρισκόμουν σε ένα καράβι που διασχίσει την Αδριατική και κατευθύνεται στη Βενετία, δεν είμαι όμως. Στο cd player παίζει Μοσχολιού, ίσως να περίμενε κανείς να γράψω ότι τέτοια ώρα ακούω Gillespie ή Coltrane, όμως εγώ ακούω Μοσχολιού και το απολαμβάνω, ενώ το ουίσκι μου στο ποτήρι είναι σχεδόν στον πάτο και τα παγάκια σαν να ζητούν λίγο ακόμα νερό της φωτιάς για να τα χαϊδέψει. Νιώθω μια γαλήνη καθώς θυμάμαι τα λόγια της μάνας μου που μου έλεγε πάντα ότι κάθε εμπόδιο είναι για καλό. Έτσι νομίζω κι εγώ, τα καράβια άλλωστε δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου, με ανακάτευαν, δεν ήμουν της θάλασσας εγώ κι ευτυχώς που δεν υπηρέτησα δηλαδή στο ναυτικό γιατί θα είχα χοντρό πρόβλημα. Βολικά ένιωθα με τα αεροπλάνα, με τον αέρα, πολλές φορές τον κοπανιστό, ίσως κάποια στιγμή θα έπρεπε να μου κάνουν δώρο ένα αεροπλάνο, έστω και μικρό (καλά, δεν εννοώ και μινιατούρα), έτσι, τιμής ένεκεν για τα λεφτά που έχω δώσει στις αεροπορικές εταιρείες.
Τέλος πάντων, «ωραίο δεν είναι αυτό το τέλος πάντων; το λες και καθάρισες» (ατάκα από ταινία με τη Βουγιουκλάκη), σκέφτομαι ότι τουλάχιστον δεν θα χάσω τη συναυλία του Loussier στο Εδιμβούργο και αυτό είναι παρήγορο.
Σκέφτομαι επίσης ότι δεν είναι κακό να είσαι blogger, θα μπορούσα να αραδιάζω τις σκέψεις μου τέτοια ώρα στον καλό μου φίλο Γ., που έχει ξεμείνει στην Αθήνα γιατί δεν μπόρεσε να πάρει άδεια λόγω δουλειάς και να του πρήζω τα συκώτια, αλλά έλα που βαριέμαι να μιλήσω, έλα που βαριέμαι να ακούω αυτά που λέω και προτιμώ να τα γράφω, έλα που αγαπώ τον Γ., γιατί και το συκώτι του εδώ που τα λέμε δεν είναι και στην καλύτερη κατάσταση με τις τρανσαμινάσες στα Ιμαλάια!
“Και γιατί πρέπει δηλαδή να σκορπίσεις τις σκέψεις σου στον κυβερνοχώρο;” λέει τώρα μια κακιασμένη φωνή από μέσα μου. Ξέρω εγώ; ίσως επειδή βαριέμαι να πάρω τηλέφωνο μερικούς ξέμπαρκους φίλους και να πάμε στο Θησείο για ποτάκι. Μήπως τελικά το blogging είναι για τεμπέληδες σαν και εμένα; Σκέφτομαι επίσης ότι θα πρέπει να είναι και κάποιο κουσούρι από τότε που είχα μανία με το γράψιμο και σκόρπιζα τα γραπτά μου εδώ κι εκεί, κάποιος με ανακάλυψε κάποια στιγμή και μου έκανε την πρόταση, αυτό ήταν, από εκείνη τη στιγμή βαρέθηκα να γράφω και έπιασα την «πρόζα», στην οποία δεν είχα και πολύ επιτυχία είναι αλήθεια κι έτσι επέστρεψα στα γνωστά λιμέρια, γράφοντας άρες μάρες κουκουνάρες, προκειμένου να σκοτώσω το χρόνο μου, επειδή βαριέμαι να κάνω οτιδήποτε άλλο και κυρίως να πάω για ποτάκι στο Θησείο, που τέτοια ώρα θα είναι χάρμα και θα ανακατευτώ και με τον νεαρόκοσμο για να νιώσω τζόβενο ξανά, γιατί πλέον, δεν είναι ντροπή, είμαι και ολίγον σιτεμένο αγοράκι.
«Όλα μου λεν πως έχεις κιόλας φύγει
κι ας λάμπει η ξενοιασιά της εκδρομής.
Εσύ όπου να πας, σ’ όποιο ταξίδι,
σε λάθος στάση θα κατεβείς»
Πόσο μου άρεσε πάντα αυτό το τραγούδι του Γιάννη Σπανού και πόσο λάτρευα την ερμηνεία της Μοσχολιού, αλλά και πόσο αυτή την ώρα με αγγίζουν οι στίχοι του Μάνου Ελευθερίου…
Σήμερα διάβασα ότι μας άφησε και ο George Russell, ο σημαντικότερους κατά πολλούς μεταπολεμικά συνθέτες της jazz, ο μουσικός που ανακάτευε την jazz με τους κουβανοαφρικάνικους ρυθμούς, δημιουργώντας μια δική του, αξεπέραστη σχολή.
Τώρα τι σχέση έχει η Μοσχολιού με τον Russell και τους ανακατεύω δεν γνωρίζω, απλά εδώ στο μπαλκόνι έχει δροσιά και ησυχία και είναι ωραίο να μιλάς για μουσική, για ταξίδια, να τα ανακατεύεις όλα και να τα κάνεις ρώσικη σαλάτα, την οποία πάντοτε αντιπαθούσα, αλλά αυτό δεν είναι το θέμα μας (και πιο είναι άραγε, ένας Θεός ξέρει), να δημιουργείς το δικό σου fusion σκέψεων, να νιώθεις όμορφα σαν να ακούς τρομπετίστες να σολάρουν σε ένα μπαρ στη Ν.Ορλεάνη κι εσύ να πίνεις bourbon με πάγο και να φλερτάρεις με την τραγουδίστρια του μπαρ, σα να βρίσκεσαι σε μια υπερατλαντική πτήση και να βλέπεις από ψηλά τα φώτα της Νέας Υόρκης να σε περιμένουν να σε αγκαλιάσουν, καθώς εάν το καλοσκεφτείς the subject is jazz τελικά, καθώς μόνο εάν είσαι ολίγον τζαζ, που λέει κι η νεολαία, μπορείς να ισορροπήσεις πάνω σε αυτά τα λεπτά, επικίνδυνα σχοινιά από τα οποία κρέμεται ολόκληρη η ζωή, χωρίς να πέσεις και να γκρεμοτσακιστείς στο χάος.
Προβληματίστηκα με ποιο βιντεάκι θα έπρεπε να παντρέψω αυτό το ασυνάρτητο άρθρο, Μοσχολιού ή Russell δηλαδή, σκέφτηκα μετά ότι τη Μοσχολιού τη γνωρίζεις καλά, τον Russell μπορεί και όχι κι επειδή ώρες ώρες βγαίνει ο δάσκαλος που κρύβω μέσα μου, για να μην πω καλύτερα ο show off ξερόλας, αποφάσισα ότι ένας Russell, μιας που άφησε μόλις προχτές τα εγκόσμια θα ταίριαζε περισσότερο, αν το καλοσκεφτείς, εδώ μέσα τελικά the subject is (definitely) Jazz, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε;
Αυτή την κάψα της Αθήνας δεν την αντέχω, όσο ήμουνα στα εξωτερικά και σκεύρωνε το κορμάκι μου από την υγρασία και το κρύο, έλεγα: ρε πούστηδες (όχι βέβαια ότι ήταν κιόλας οι άνθρωποι!) θα σας μουντζώσω μια μέρα και θα κατέβω στην Ελλαδίτσα μου να λιαστεί το κοκαλάκι μου, να μπει ο ήλιος μέσα μου, να στεγνώσω από τη μούχλα που έχει συσσωρευτεί τόσο χρόνια στα μέρη σας. Βέβαια, αυτά τα έλεγα στους «κουτόφραγκους» για να τους σπάσω τα νεύρα, αν ήθελα θα είχα επιστρέψει νωρίτερα, αλλά έλα που δεν τα πολυπίστευα και από μέσα μου έλεγα: μια χαρά είναι εδώ, ζωή οργανωμένη, εντάξει, κάνει κρύο, ε και; στην Ελλάδα τσιτσιρίζεται το πετσί σου το καλοκαίρι, είναι καλύτερα αυτό; Στας βορειοδυτικάς όμως Ευρώπας, ήσουν και μία δρασκελιά από το ομφαλό της γης, έμπαινες στο Volkswagen και τσουπ, από το Αμβούργο στο Παρίσι κι από την Ζυρίχη στο Άμστερνταμ. Κάποια στιγμή όμως αυτά τα βαριέσαι, ωραία είναι, δε λέω, αλλά το πολύ το Κύριε Ελέησον το βαριέται κι ο Θεός, ο οργανισμός μου ήθελε ΙΚΑ, Εφορία και άλλους Δημόσιους Ελληνικούς Οργανισμούς!
Όσο και εάν κάποτε πίστευα ότι ήταν γραφικότητα αυτό που μου έλεγαν στα εξωτερικά ότι ο Έλληνας δηλαδή έχει έναν Ζορμπά και έναν Οδυσσέα στο αίμα του, τώρα αναθεωρώ και μπορεί Ζορμπάς να μην υπήρξα ποτέ, αλλά ένας Οδυσσέας κάπου κρύβεται μέσα στα γονίδια τούτης της μπερδεμένης ράτσας. Όσο λοιπόν είμαι εδώ, σκέφτομαι το εκεί κι όταν είμαι εκεί, νοσταλγώ το εδώ. Τελικά είμαι ένας τσιγγάνος, ένας νομάδας που ψάχνει εδώ κι εκεί να ερμηνεύσει χωρίς επιτυχία το άγνωστο.
Σε λίγες ημέρες φεύγουμε για τη Σκωτία, σκεφτήκαμε αρκετά τον τρόπο μετάβασης κι ενώ αρχικά η ιδέα του αεροπορικού ταξιδιού ήταν η επικρατέστερη, τελικά προκρίθηκε η λύση δια θαλάσσης και δια στεριάς, ακτοπλοϊκώς δηλαδή στην Ιταλία και μετά, το Volkswagen να αντέξει, φτάνουμε δια μέσω Γαλλίας και περνώντας την Μάγχη στη Σκωτία. Ενδιάμεσες στάσεις στη Βενετία, στην Αντίμπ (δυστυχώς εκεί χάσαμε το φετινό jazz festival, το ιστορικότερο της Ευρώπης) και στο Παρίσι. Η Βενετία καμιά φορά το καλοκαίρι κι όταν έχει νοτιά μυρίζει κομματάκι και ίσως να μην προσφέρεται και πολύ για διακοπές, αλλά αν πηγαίνεις στην Σκωτία για το Jazz Festival του Εδιμβούργου, επειδή σου αρέσει η Jazz κι επειδή είσαι και εντελώς jazz, αλλά επίσης βρίσκεσαι και στην Βενετία, επειδή την αγαπάς κι επειδή εκεί θα σε βγάλει το καράβι, τότε, το να μην παρακολουθήσεις τη συναυλία, ενός από τους πλέον χαρισματικούς Ευρωπαίους μουσικούς της jazz κι όχι μόνο αυτής, θα ήταν σκέτη αμαρτία.
Στα 72 του χρόνια ο Paolo Conte παραμένει ακμαίος, συνθέτει μουσικές, δίνει παραστάσεις και μάλιστα μία αυτές θα δοθεί στην πλατεία του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, στις 31 Ιουλίου.
Το κανάλι να μη μυρίζει και ελπίζω όλοι να απολαύσουμε τον αειθαλή Paolo, κάτω από το νυχτερινό Βενετσιάνικο ουρανό, ακριβώς sotto le stelle del jazz, κάτω από τα αστέρια της jazz!
Έχω αρχίσει να μαζεύω πράγματα για μία μετακόμιση. Φυσικά δεν θέλω να προκληθεί καμία ζημιά για αυτό πακετάρω τα πράγματα με ευλάβεια εγώ ο ίδιος. Το να σπάσει κανένα πιάτο, κανένα ποτήρι, λίγο το κακό, τα άλλα είναι τα σημαντικά και αυτά τα σημαντικά είναι τα βινύλιά μου, αυτά που αν τα χάσω είμαι ικανός να βγω στη Νικολούλη να τα ψάχνω!
Ψάχνοντας λοιπόν μέσα στο χαμό σήμερα το απόγευμα, είχα πιει κι ένα Lambrusco, η αλήθεια είναι ότι είμαι ακόμα ερωτευμένος με τη συζύγό μου μετά από τόσα χρόνια, δεν ήθελε πολύ να με πιάσει η νοσταλγία, εντάξει είμαι και τύπος ρομαντικός και μελό, έπεσα πάνω στην ομάδα των βινυλίων με παλιά ιταλικά τραγούδια. Πρώτο στη λίστα ήταν ένα βινύλιο του Sergio Endrigo. Τι βελούδινη φωνή κι αυτή, χάθηκε πριν από 4 χρόνια δυστυχώς, τι ωραία τραγούδια είχα πει αυτός ο άνθρωπος στη χρυσή εποχή του Ιταλικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’60…
C’è gente che ha avuto mille cose
Tutto il bene, tutto il male del mondo
Io ho avuto solo te
E non ti perderò
Non ti lascerò
Per cercare nuove aventure…
…κι ερωτευμένος να μην είσαι τελικά με τέτοιους στίχους ερωτεύεσαι…
Εδώ ένα medley με μερικά από τα ωραιότερα ιταλικά τραγούδια του ’60, τα οποία είχε υπογράψει ερμηνευτικά ο αξέχαστος Sergio Endrigo.
…πφφ, κάθε χρονιά τα ίδια λέω…
Τελικά για να αντέξεις τόσα ξέκωλα, ή ηδονοβλεψίας θα πρέπει να είσαι, ή λιγούρης, ή στην καλύτερη περίπτωση επαγγελματίας φωτορεπόρτερ κοσμικής στήλης που βγάζει το ψωμάκι του…
…κι ύστερα με ρωτούν γιατί μου αρέσει ο χειμώνας.

Υ.Γ.: και να σκεφτεί κανείς ότι ξεκίνησα με την προσδοκία να γίνω ένας ποιοτικός και σοβαρός blogger, μιλώντας για jazz!
Η αλήθεια είναι ότι είμαι κάπως συνεπαρμένος με την φετινή μου απόφαση να επισκεφτώ το Jazz & Blues Festival του Εδιμβούργου. Μετά από μια κουραστική χρονιά, από ένα εξαντλητικό πρόγραμμα, ένας φυσιολογικός άνθρωπος θα ονειρευόταν να περάσει μερικές ευχάριστες ημέρες σε κάποιο νησί, στην παραλία, να αράξει δηλαδή, να γεμίσει τις μπαταρίες του και μετά να συνεχίσει.
Τις περισσότερες φορές που προγραμμάτιζα τις διακοπές μου με σκοπό να καταναλώσω το χρόνο μου κάπως έτσι, μάλλον στο τέλος απογοητευόμουνα. Όσες φορές πάλι το αποφάσιζα την τελευταία στιγμή, έβγαινα κερδισμένος, όπως φέτος που στο παρά πέντε πήραμε το καράβι και φύγαμε για ένα long weekend στην Μήλο. Θα μου πει κανείς, ότι αυτό δεν είναι εύκολο, καθόλου εύκολο θα έλεγα, ειδικά όταν έχεις οικογένεια είναι πολύ δύσκολο και ειδικά όταν πρέπει να προγραμματίσεις την άδειά σου λόγω εργασίας. Από την άλλη, δεν είναι ούτε και δύσκολο, καθόλου δύσκολο θα έλεγα.
Φέτος, οι διακοπές της τελευταίας στιγμής αποδείχτηκαν θαυματουργές, με μόνο μία παρενέργεια, ότι δηλαδή μετά από αυτές μου ήρθε η επιθυμία να γίνω blogger, αλλά ιός είναι θα περάσει, δεν ανησυχώ.
Είμαι λοιπόν ενθουσιασμένος με αυτό το Festival, όσο περνούν τα χρόνια και εγώ μεγαλώνω, η εικόνα, παραλία, ομπρέλα, ξαπλώστρα, καφές, ουζομεζές, κουβαδάκια, φτυαράκι και Greek hot summer ξεθωριάζει μέσα μου.
Φέτος, είχαμε δύο επιλογές, να βρεθούμε ξανά σε κάποιο νησί, να πληρώσουμε Αυγουστιάτικα τα μαλλιοκέφαλά μας και να ποδοπατηθούμε στις παραλίες, ή να πληρώσουμε και πάλι τα μαλλιοκέφαλά μας (μην περιμένεις σε αυτή τη ζωή να την βγάλεις φτηνά) και να βρεθούμε στο Εδιμβούργο στο Jazz Festival. Η απόφαση ήταν εύκολη, μεταξύ των αντιαισθητικών ντάπα ντούπα των beach bars και των λαϊκών της πίστας, στα σόλα ενός Loussier, ή ενός Pieranunzi, δεν τίθεται δίλημμα, άλλωστε τα jazz festivals είναι στο αίμα μας!
Μετά τον Loussier του προηγούμενου άρθρου, σήμερα το πρόγραμμα έχει τον θαυμάσιο Ιταλό Enrico Pieranunzi, έναν άλλον βιρτουόζο, ο οποίος με την παρουσία του θα κοσμίζει το Festival.
Από ότι λοιπόν έχετε καταλάβει από τις έως τώρα αναρτήσεις μου, είμαι λάτρης της jazz και ιδίως εκείνου του είδους της μουσικής που ανακατεύει την κλασική μουσική με τη jazz, τόσο ο Loussier όσο και ο Pierannunzi αποτελούν βιρτουόζους τους είδους.
Παρακάτω, ο Enrico Pieranunzi στο πιάνο, ενώ στο κλαρινέτο, ένας άλλος θαυμάσιος Ιταλός τζαζίστας, ο Gabriele Mirabassi.
Τρίτο άρθρο μέσα σε 2 ημέρες πάει πολύ!
Τρίτο άρθρο μέσα σε 2 ημέρες πάει πολύ;
Διαλέγεις και παίρνεις, εγώ ακόμα δεν έχω καταλήξει, αλλά μάλλον πήρα φόρα απότομα.
Το σημερινό άρθρο, μετά το πρώτο αμήχανο, το δεύτερο εισαγωγικό, έρχεται να δώσει πιο ξεκάθαρα το στίγμα του διαχειριστή του ιστολογίου, ο οποίος στα τέλη Ιουλίου θα βρεθεί στη Σκωτία.
Η αλήθεια είναι ότι με περιμένουν κάτι celebrities για clubbing και άλλα πολλά πικάντικα στη Μύκονο, αλλά φέτος θα προτιμήσω τον μακρινό Βορρά. Το νησί έχει ήδη αρχίσει να προβληματίζεται και οι ιδιοκτήτες των clubs τα έχουν βάψει μαύρα που δεν θα έρθει το party animal να ανεβάσει το κέφι στα ύψη, αλλά τελικά εάν τους πω δυό κουβέντες αντρίκιες μπορεί και να με καταλάβουν.
Το Jazz & Blues Festival του Εδιμβούργου είναι και φέτος γεγονός, στο οποίο θα εμφανιστούν πολύ σπουδαία ονόματα, όπως οι Roy Hargrove, Eric Burdon, Martin Taylor, Carol Kidd και τόσοι άλλοι, όμως εμένα το καλύτερό μου θα είναι στις 3 Αυγούστου, το κονσέρτο του θαυμάσιου Jacques Loussier, του καταπληκτικού Γάλλου πιανίστα και βιρτουόζου της jazz.
Για όσους δεν τον γνωρίζουν, παρακάτω ακολουθεί ένα video clip στο οποίο ο Loussier με το Trio του ερμηνεύει Μπαχ και άλλους συνθέτες με απαράμιλλη jazz μαεστρία.
Επίσης να προσθέσω για όσους αγαπούν τη Jazz ή είναι τελείως jazz, χτες, στις 11 Ιουλίου ξεκίνησε και το άλλο πολύ μεγάλο Jazz Festival της Ευρώπης, στο Pori της Φινλανδίας (κατά καιρούς έχω δει πολλούς Έλληνες να το παρακολουθούν και καλά έχουν κάνει). Στο Pori της Φινλανδίας πρώτα, εκεί πάνω, κοντά στις λίμνες και μετά στο Εδιμβούργο στη Σκωτία, για την ολοκλήρωση της jazz πανδαισίας. Αφήστε πια λίγο το τρίπτυχο, ομπρέλα, ξαπλώστρα, φραπές, στο κάτω κάτω θα κάνετε και κάτι διαφορετικό, για να μην μπω ότι μπορεί να σας έρθει και πιο φτηνά.
Εδώ ο Loussier, που έλεγα παραπάνω, δίνει ρέστα!